Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ: Η ΜΕΘΟΡΙΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ

  Το Δρομοκαΐτειο  Στο περιοδικό «Ο Αναγνώστης» γράφω για το βίωμα της ψυχιατρικής κλινικής. Το δοκίμιο  εδώ .

GEORG TRAKL - ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Σχέδιο του εικονογράφου Franklin Booth (1874-1948)


DE PROFUNDIS


Είναι ένας καλαμώνας όπου πέφτει μαύρη βροχή.

Είναι ένα δέντρο μελανό, που στέκει μοναχό.

Είναι μια ανεμοσυρμή γύρω από άδειες καλύβες -

Πόσο θλιμμένο αυτό το βράδυ.


Η τρυφερή ορφανή 

Περνά μπροστά από το υποστατικό μαζεύοντας γλίσχρα 

      στάχυα.

Τα μάτια της διάπλατα ανοιχτά και χρυσαφιά στο λυκόφως 

Και η αγκαλιά της όλο προσμονή για τον ουράνιο 

      μνηστήρα.


Γυρίζοντας στο σπίτι 

Οι βοσκοί βρήκαν το γλυκό κορμί 

Σαπισμένο μέσα στον ακάνθινο θάμνο.


Ένας ίσκιος είμαι μακριά από σκοτεινά χωριά.

Ήπια από την κρήνη του άλσους 

Τη σιωπή του Θεού.


Στο μέτωπό μου πέφτει μέταλλο παγωμένο.

Αράχνες αναζητούν την καρδιά μου.

Είναι ένα φως, που στο στόμα μου σβήνει.


Τη νύχτα βρέθηκα σε μια ερείκη,

Ατενίζοντας τα απόβλητα και τη σκόνη των άστρων.

Μέσα στη λόχμη της λεπτοκαρυάς

Ήχησαν άγγελοι κρυσταλλένιοι.


ΕΛΙΑΝ


Στις μοναχικές ώρες του πνεύματος

Είναι ωραίο να πηγαίνεις στον ήλιο

Προς τα κίτρινα τείχη του θέρους.

Σιγανά ηχούν τα βήματα στο γρασίδι· όμως

Ο γιος του Πάνα ακόμα κοιμάται μέσα στο μάρμαρο το γκρίζο.


Το βράδυ στην ταράτσα μεθούσαμε με το καστανό κρασί.

Κοκκινωπό αναφλέγεται το ροδάκινο μέσα στο φύλλωμα·

Γλυκές σονάτες, χαρούμενο γέλιο.


Όμορφη είναι η σιγαλιά της νύχτας.

Σε σκοτεινή πεδιάδα

Συντάμε ποιμένες και αστέρια λευκά.


Κι όταν φθινοπωριάσει

Μια νηφάλια διαύγεια εμφανίζεται στο άλσος.

Γαληνεμένοι περπατάμε κατά μήκος του κόκκινου τείχους

Και τα στρογγυλά μάτια ακολουθούν το πέταγμα των πουλιών.

Το βράδυ πέφτει το λευκό νερό μέσα στις τεφροδόχους.


Στα γυμνά κλαδιά γιορτάζει ο ουρανός.

Με χέρια καθαρά κουβαλά ο γεωργός άρτο και οίνο

Και ειρηνικά ωριμάζουν οι καρποί στο ηλιόλουστο κελάρι.


Ω πόσο σοβαρό είναι το πρόσωπο των αγαπημένων νεκρών.

Όμως η ψυχή ευφραίνεται με το δίκαιο βλέμμα.


Κραταιή είναι η σιωπή του ρημαγμένου κήπου,

Όταν ο δόκιμος μοναχός το μέτωπο με καστανόχρωμα φύλλα στεφανώνει,

Και η ανάσα του πίνει χρυσάφι παγωμένο.


Τα χέρια αγγίζουν την ηλικία των γαλαζωπών νερών

Ή την κρύα νύχτα τα λευκά μάγουλα των αδελφών.


Αθόρυβος και αρμονικός βηματισμός προς φιλικές κάμαρες,

Όπου επικρατεί η μοναξιά και το θρόισμα της κουμαριάς,

Εκεί που ίσως ακόμα η κίχλη τραγουδά.


Όμορφος είναι ο άνθρωπος που εμφανίζεται μες στο σκοτάδι,

Όταν απορημένος χέρια και πόδια ανακινεί,

Και ήρεμα μέσα σε πορφυρές σπηλιές τα μάτια κυλούνε.


Χάνεται ο ξένος τον εσπερινό μέσα στο μαύρο του Νοέμβρη χαλασμό,

Κάτω από σάπια κλαδιά, δίπλα σε τείχη όλο λέπρα,

Εκεί που κάποτε περπατούσε ο άγιος αδελφός,

Βυθισμένος μέσα στα γλυκά ακόρντα της δικής του τρέλας,

Ω πόσο μοναχικός οδεύει προς το τέλος του ο άνεμος ο βραδινός.

Ψυχορραγώντας μέσα στο σκοτάδι κάτω από το λιόδεντρο γέρνει η κεφαλή.


Συνταρακτικός είναι του γένους ο αφανισμός.

Την ώρα αυτή γεμίζουνε τα μάτια του θεώμενου

Με το χρυσό των αστεριών του.


Το βράδυ αργοσβήνει μια κωδωνοκρουσία, που έπαψε πλέον να ηχεί,

Ρημάζουν τα μαύρα τείχη στην πλατεία,

Και ο νεκρός στρατιώτης καλεί για προσευχή.


Άγγελος ωχρός

Μπαίνει στο άδειο σπίτι των προγόνων του ο γιος.


Οι αδελφές έφυγαν μακριά σε γέροντες λευκούς.

Τη νύχτα τις βρήκε στο πρόστεγο κάτω απ' τις κολόνες ο κοιμώμενος,

να επιστρέφουν από προσκύνημα θλιβερό.


Ω πόσο άκαμπτα τα μαλλιά τους από λάσπη και σκουλήκια,

Όταν εκείνος στέκεται με τα ασημένια πόδια,

Κι εκείνες, πεθαμένες, προβάλλουν από κάμαρες γυμνές.


Ω οι μεσονύκτιοι ψαλμοί τους μέσα σε πύρινες βροχές,

Όταν οι υπηρέτες με τσουκνίδες μαστιγώνουν τα μάτια τα γλυκά,

Οι παιδικοί καρποί της κουφοξυλιάς

Απορημένοι γέρνουν πάνω από άδειο τάφο.


Κιτρινισμένα φεγγάρια κυλούν σιωπηλά

Πάνω από τα πυρέσσοντα του νεαρού λινά,

Προτού ακολουθήσει η σιωπή του χειμώνα.


Υψηλή μοίρα στοχάζεται κατηφορίζοντας τον Χείμαρρο των Κέδρων,

Όπου ο κέδρος, πλάσμα τρυφερό,

Ξεδιπλώνεται κάτω από τα γαλάζια φρύδια του πατέρα,

Τη νύχτα ένας ποιμένας οδηγεί το κοπάδι του στο λιβάδι.

Ή ακούγονται στον ύπνο κραυγές,

Όταν στο άλσος ένας χάλκινος άγγελος τον άνθρωπο πλησιάζει,

Και η σάρκα του Αγίου λιώνει πάνω σε πυρωμένη σκουριά.


Γύρω σε καλύβες από πηλό αναρριχάται αμπέλι τρυφερό,

Δεμάτια ηχηρά κιτρινισμένο σιτάρι,

Ο βόμβος μελισσών, το πέταγμα του γερανού.

Το βράδυ συναντιούνται οι αναστημένοι πάνω σε δύσβατα μονοπάτια.


Στα μαύρα νερά καθρεφτίζονται οι λεπροί·

Ή κλαίγοντας ανοίγουν τα λασπωμένα ρούχα τους

Στον θαλπερό άνεμο, που φυσά από τον ρόδινο λόφο.


Λιγνές υπηρέτριες ψηλαφούν μέσα στα δρομάκια της νύχτας,

Μήπως και βρουν τον ερωτευμένο ποιμένα.

Το Σαββατόβραδο αντηχεί στις καλύβες τραγούδι τρυφερό.


Αφήστε το τραγούδι να θυμηθεί και τ' αγόρι,

Την παραφροσύνη του, τα φρύδια τα λευκά και το χαμό του,

Το σώμα το σαπρό του, που τα μάτια τα γαλαζωπά ανοίγει.

Ω πόσο θλιβερό αυτό το ξαναντάμωμα.


Τα σκαλοπάτια της παραφροσύνης σε μαύρες κάμαρες,

Οι σκιές των Παλαιών κάτω από την ανοιχτή πόρτα,

Όταν η ψυχή του Ελιάν κοιτάζεται σε ρόδινο καθρέφτη

Και χιόνι και λέπρα πέφτουν από το μέτωπό του.


Στους τοίχους σβήσανε τ' αστέρια

Και του φωτός οι λευκές μορφές.


Από το χαλί πετάγονται τάφων σκελετοί,

Στο λόφο σταυρών ρημαγμένων σιωπή,

Του λιβανιού η γλύκα στον πορφυρό άνεμο της νύχτας.


Ω μάτια εσείς διαμελισμένα σε στόματα μελανά,

Όταν με τη γλυκιά συσκότιση του νου του ο εγγονός

Μοναχός συλλογιέται το σκοτεινότερο τέλος,

Και πάνω του τα γαλάζια βλέφαρά του χαμηλώνει ο Θεός.


PASSION

(3ο σχεδίασμα)

Όταν ο Ορφέας με τα ασημένια δάχτυλα τη λύρα του αγγίζει,

Θρηνώντας ένα νεκρό στον βραδινό τον κήπο,

Ποιο είσαι εσύ που αναπαύεσαι κάτω από ψηλά δέντρα;

Μουρμουρίζει ο θρήνος η φθινοπωρινή καλαμιά,

Η γαλάζια λίμνη,

Ψυχορραγώντας κάτω από πράσινα δέντρα

Κι ακολουθώντας τη σκιά της αδελφής·

Σκοτεινή αγάπη

Ενός άγριου γένους,

Που πάνω σε χρυσαφένιους τροχούς η μέρα το εγκαταλείπει.

Σιωπηλή νύχτα.


Κάτω από έλατα ζοφερά

Ανάμιξαν το αίμα τους δυο λύκοι

Σε πέτρινο εναγκαλισμό· χρυσό

Ένα σύννεφο χάθηκε πάνω από το γεφυράκι,

Καρτερία και σιωπή των παιδικών χρόνων.

Πάλι συναντά το τρυφερό λείψανο

Στου Τρίτωνα τη λίμνη

Να λαγοκοιμάται μέσα στα υακίνθινα μαλλιά του.

Κομμάτια να γινόταν επιτέλους το παγωμένο κεφάλι!


Γιατί πάντα ακολουθεί, ένα γαλάζιο αγρίμι,

Που καραδοκεί κάτω από σκιόφωτα δέντρα,

Αυτών των σκοτεινών μονοπατιών,

Άγρυπνο και συγκινημένο από νυχτερινή ευφωνία,

Γλυκιά παραφροσύνη·

Ή αντηχούσε γεμάτη με έκσταση σκοτεινή

Της άρπας το τραγούδι

Στα παγωμένα πόδια της αμαρτωλής

Στην πετρωμένη πόλη


~ Γκέοργκ Τρακλ, Ένας οδοιπόρος στον μαύρο άνεμο (μτφρ. Ιωάννας Αβραμίδου)


Σχόλια

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ